C

Cable - Trader jargon referring to the Sterling/US Dollar exchange rate. So called because the rate was originally transmitted via a transatlantic cable beginning in the mid 1800’s. Καλώδιο - Στην αργκώ των εμπόρων αναφέρεται στην συναλλαγματική ισοτιμία Αγγλικής λίρας/Αμερικανικού δολλαρίου. Αποκαλείται έτσι επειδή το ποσοστό διαβιβάστηκε αρχικά μέσω ενός υπερατλαντικού καλωδίου στα μέσα του 1800. Candlestick Chart - A chart that indicates the trading range for the day as well as the opening and closing price. If the open price is higher than the close price, the rectangle between the open and close price is shaded. If the close price is higher than the open price, that area of the chart is not shaded. Διαγράμματα κεριών - ένα διάγραμμα που δείχνει τη σειρά εμπορικών συναλλαγών για την ημέρα καθώς επίσης και το άνοιγμα και την τιμή κλεισίματος. Εάν η τιμή ανοίγματος είναι υψηλότερη από τη τιμή κλεισίματος, το ορθογώνιο μεταξύ του ανοίγματος και του κλεισίματος είναι σκιασμένο. Εάν η τιμή κλεισίματος είναι υψηλότερη από την τιμή ανοίγματος, η ορθογώνια περιοχή του διαγράμματος δεν είναι σκιασμένη.
Central Bank - A government or quasi-governmental organization that manages a country’s monetary policy. For example, the US central bank is the Federal Reserve, and the German central bank is the Bundesbank, others include the ECB, BOE, BOJ. Κεντρική τράπεζα - μια κυβέρνηση ή μια σχεδόν-κυβερνητική οργάνωση που διαχειρίζεται την νομισματική πολιτική μιας χώρας . Παραδείγματος χάριν, η Αμερικανική κεντρική τράπεζα είναι η ομοσπονδιακή τράπεζα η Γερμανική κεντρική τράπεζα είναι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα,άλλες είναι η ΕΚΤ,η BOE, η BOJ κτλ. Chartist - An individual who uses charts and graphs and interprets historical data to find trends and predict future movements. Also referred to as Technical Trader. Chartist - ένα άτομο που χρησιμοποιεί τα διαγράμματα και τις γραφικές παραστάσεις και ερμηνεύει τα ιστορικά στοιχεία για να βρεί τις τάσεις και προβλέπει τις μελλοντικές μετακινήσεις των τιμών. Επίσης αναφερεται σαν τεχνικός έμπορος. Choice Market- A market with no spread. All trades buys and sells occur at that one price Αγορά επιλογής - μια αγορά χωρίς διαφορά στην τιμή προσφοράς και ζήτησης. Όλες οι συν΄λλαγές γίνονται σε μια ενιαία τιμή. Clearing - The process of settling a trade. Διεκπεραίωση-η διαδικασία για να θεωρηθεί μια συναλλαγή τελειωμένη. Contagion - The tendency of an economic crisis to spread from one market to another. In 1997, political instability in Indonesia caused high volatility in their domestic currency, the Rupiah. From there, the contagion spread to other Asian emerging currencies, and then to Latin America, and is now referred to as the ‘Asian Contagion’. Μεταδοτική ασθένεια, φαινόμενο domino - η τάση μιας οικονομικής κρίσης που διαδίδεται από μια αγορά στην άλλη. Το 1997, η πολιτική αστάθεια στην Ινδονησία προκάλεσε την υψηλή αστάθεια στο εσωτερικό νόμισμά τους, την ρουπία. Από εκεί, η μεταδοτική ασθένεια διέδωθηκε σε άλλα ασιατικά αναδυόμενα νομίσματα και έπειτα στη Λατινική Αμερική και αναφέρεται τώρα ως η ασιατική μεταδοτική ασθένεια.
Collateral - Something given to secure a loan or as a guarantee of performance. Εγγύηση, προσημείωση - κάτι που δίνεται για να εξασφαλίσει ένα δάνειο ή ως εγγύηση της απόδοσης.
Commission – A transaction fee charged by a broker. Ποσοστό- μια αμοιβή συναλλαγής που χρεώνεται από έναν μεσίτη. Confirmation - A document exchanged by counterparts to a transaction that states the terms of said transaction. Επιβεβαίωση - ένα έγγραφο που ανταλλάσσεται από τα αντίσυμβαλλόμενα μέρη σε μια συναλλαγή που δηλώνει τους όρους της εν λόγω συναλλαγής. Contract - The standard unit of trading. Σύμβαση - η τυποποιημένη μονάδα των εμπορικών συναλλαγών.
Contract (Unit or Lot) - The standard unit of trading on certain exchanges. Σύμβαση (μονάδα ή μέρος) - η τυποποιημένη μονάδα των εμπορικών συναλλαγών σε ορισμένες ανταλλαγές.
Counterparty - One of the participants in a financial transaction. Ο αντισυμβαλλόμενος - ένας από τους συμμετέχοντες σε μια οικονομική συναλλαγή.
Country Risk – Risk associated with a cross-border transaction, including but not limited to legal and political conditions such as war etc. Κίνδυνος χώρας - κίνδυνος που συνδέεται με μια διασυνοριακή συναλλαγή, που περιλαμβάνει αλλά που δεν περιορίζεται σε νομικούς και πολιτικούς όρους όπως ο πόλεμος κ.λπ. Cross Rates - The exchange rate between two currencies expressed as the ratio of two foreign exchange rates that are both expressed in terms of a third currency. Διασταυρωμένα νομίσματα - η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ δύο νομισμάτων που εκφράζονται ως αναλογία δύο ξένων συναλλαγματικών ισοτιμιών που και οι δύο που εκφράζονται από την άποψη ενός τρίτου νομίσματος. π.χ EUR/GBP
Currency - Any form of money issued by a government or central bank and used as legal tender and a basis for trade. Νόμισμα - οποιαδήποτε μορφή χρημάτων που εκδίδεται από μια κυβέρνηση ή μια κεντρική τράπεζα και χρησιμοποιείται σαν βάση για τις συναλλαγές. Currency Risk - the probability of an adverse change in exchange rates. Κίνδυνος νομίσματος - η πιθανότητα μιας δυσμενούς αλλαγής στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
|